Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2018

Πνευματικοί και μη ηγέτες


Απ΄ ότι δείχνουν κάποια πρόσφατα γεγονότα, η χώρα μας δεν φαίνεται να έχει ακόμα ξεπεράσει τη νοοτροπία του ανθρώπου που θεωρεί τον εαυτό του παντογνώστη. Όταν άνθρωποι με τέτοια νοοτροπία βρεθούν σε θέση ισχύος προβαίνουν στο να λαμβάνουν αποφάσεις χωρίς συμβούλους ή χωρίς συνεννόηση ή ευρεία συζήτηση.

Σε κάποιους κύκλους κυριαρχεί μια ομολογουμένως πολύ παράξενη θεολογική επιχειρηματολογία η οποία φαίνεται πως υποστηρίζει την νοοτροπία αυτή. Βασίζεται σε μια ερμηνεία κειμένων της Παλαιάς Διαθήκης όπου ο Θεός τάχα δεν αρέσκεται σε έναν ευρύ κύκλο αρχηγίας. Όταν π.χ. ο Μωυσής παραπονείται στο Θεό ότι το βάρος της αρχηγίας του λαού Ισραήλ είναι εξαιρετικά μεγάλο και θα’πρεπε να το συμμεριστεί με άλλους συν-αρχηγούς, τότε ο Θεός ενδίδει τάχα στην ανθρώπινη αυτή παράκληση του Μωυσή. Παίρνει από το πνεύμα του Μωυσή και δίδει στους συγκυβερνήτες του. Κάποιοι εξηγούν πως ο πλούτος σοφίας που είχε δοθεί στον Μωυσή μειώνεται επεκτείνοντάς τον στους άλλους. Μια ειδική νοοτροπία κυριαρχεί – έτσι φαίνεται τουλάχιστον – στις σκέψεις των ανθρώπων αυτών. Πρόκειται για τη νοοτροπία της έλλειψης. Για τους ανθρώπους αυτούς το Πνεύμα του Θεού δεν είναι άφθονο, αλλά περιορισμένο κι όταν μοιράζεται μειώνεται …

Ζούμε σ’ έναν περιορισμένο κόσμο. Η γη και το περιβάλλον που κατοικούμε είναι περιορισμένα. Πολλές πρώτες ύλες είναι σπάνιες και ο περιορισμός τους έχει άμεσο αντίκτυπο στη τιμή τους. Ο χρυσός και τα διαμάντια είναι πόροι περιορισμένοι στη γη μας, όπως είναι και αρκετά μέταλλα, το πετρέλαιο κ.λπ., επειδή με την εκμετάλλευσή τους δεν αναπαράγονται. Θα’ λεγε κανείς ότι αυτή είναι άποψη υλιστική.

Όμως, υπάρχουν και αξίες που δεν ξοδεύονται έτσι απλά. Ρωτώντας μια μητέρα που περιμένει το τρίτο της παιδί αν η αγάπη της για το τρίτο παιδί θάναι λιγότερη επειδή έχει ήδη δύο παιδιά, ποια να είναι η απάντηση; Όταν ανάβουμε μια λαμπάδα και μας ζητήσει κάποιος να του δώσουμε από το φως της θα του το αρνηθούμε από φόβο μήπως η φωτιά δεν αρκέσει και για τους δυό μας; Εδώ βλέπουμε πώς υπάρχουν πόροι και αξίες που αντί να μειώνονται με την διάδοσή τους αυξάνονται! Η αγάπη, η γνώση, η χαρά, η ελπίδα, το θάρρος.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Χριστός στην αποστολή των μαθητών του τους έστελνε ομαδικά, δύο-δύο ή τρεις-τρείς. Με το Χριστό αλλάζουν τα δεδομένα περί αρχηγίας. Παύουν οι πρωτοκαθεδρίες, επειδή αυτό που μετράει δεν είναι πια το Εγώ αλλά ένα «εγώ» που είναι κρυμμένο στον Εσταυρωμένο.

Όταν λοιπόν βλέπουμε κάποιον να ξεχωρίζει, χωρίς να διαφαίνεται ο Χριστός, τότε είναι δικαιολογημένο το ερώτημα «Μήπως πρόκειται για ένα Εγώ που ξέφυγε τον σταυρό»;

Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2018

Πώς ξεπερνιέται το κακό


Στις 22 Ιουλίου 2011, ο Άντερς Μπέρινγκ Μπρέιβικ, Νορβηγός ναζιστής, τοποθέτησε βομβιστικό μηχανισμό σε αυτοκίνητο έξω από κυβερνητικά κτίρια στο κέντρο της πρωτεύουσας της Νορβηγίας, Όσλο. Η έκρηξη προκάλεσε τον θάνατο οκτώ ατόμων. Στη συνέχεια, μετέβη σε κατασκήνωση νεολαίας στο νησί Ουτόγια, παριστάνοντας τον αστυνομικό, όπου πραγματοποιώντας μια μαζική σφαγή πυροβόλησε μέχρι θανάτου 69 ακόμη άτομα, πριν τελικά συλληφθεί από τις Νορβηγικές αρχές. Τον Αύγουστο του 2012 καταδικάστηκε για μαζικές δολοφονίες και τρομοκρατία.

Πριν από λίγες εβδομάδες κυκλοφόρησε ταινία με τίτλο «22 Ιουλίου» η οποία περιγράφει τα τρομακτικά γεγονότα και διηγείται τα παρασκήνια και την δίκη της υπόθεσης. Ομολογώ πως τότε είχα παραξενευτεί ότι μετά από ένα τόσο αποτρόπαιο έγκλημα το δικαστήριο θα επέτρεπε στον θήτη να κάνει δημόσια προκήρυξη της ιδεολογίας του. Εκείνος, με την πρώτη του εμφάνιση στο βήμα – π.χ. κάνοντας τον χαιρετισμό των ναζί και μιλώντας για την πράξη του ως «πόλεμο» κατά μιας ανεκτικής ως προς την μετανάστευση πολιτικής ελίτ – το χρησιμοποίησε αυτό για να περιφρονήσει τα θύματα και τις οικογένειές τους. Το είχα κατατάξει ως ιδιοτροπία μιας υπερβολικά φιλελεύθερης κοινωνίας, σε χώρα της Σκανδιναβίας. Αλλά η ταινία με δίδαξε διαφορετικά. Σε ένα Κράτος Δικαίου οι κατηγορούμενοι έχουν δικαιώματα που η κοινωνία πρέπει να σέβεται, όσο αποτρόπαιες και φρικιαστικές κι αν είναι οι πράξεις. Στη δίκη δόθηκε το δικαίωμα στο θήτη να μιλήσει, αλλά επίσης και σε όποιο από τα θύματα ήθελε να εκφραστεί, σε πολιτισμένο κλίμα, χωρίς κραυγές και αισχρολογίες.

Εντυπωσιακή θεώρησα την μαρτυρία του ήρωα-θύμα στην ταινία, ο οποίος είχε δεχτεί πέντε σφαίρες κοιτάζοντας κατάματα τον θύτη, αλλά επέζησε μετά από μακρύ δρόμο ανάρρωσης, τρέφοντας όμως μέσα του μεγάλο θυμό. Δέχτηκε, ύστερα από εσωτερική μάχη, να καταθέσει μαρτυρία λέγοντας στον κατηγορούμενο: «Εσύ έκανες τόσο κακό, αλλά δεν πέτυχες τους σκοπούς σου. Μου πήρες τους φίλους μου που είχαν τόσα όνειρα για τη ζωή και τόσα να προσφέρουν στην κοινωνία, και προσπάθησες κι εμένα να με εξοντώσεις. Αλλά μένεις μόνος μέσα στο μίσος σου, ενώ εγώ έχω την οικογένειά μου, έχω πόθους για τη ζωή μου, έχω αγάπη …»

Φιλελεύθερη κοινωνία. Κοινωνία που προτιμά την διαφάνεια, τον διάλογο και όχι την μυστικοπάθεια και το ψεύδος, ούτε οι υποθέσεις της να μένουν αδίκαστες ή στην αφάνεια. Με τον τρόπο αντιμετώπισης του κακού αναδείχτηκε ως ώριμη κοινωνία και το κράτος ένα πραγματικό Κράτος Δικαίου. Ο τότε πρωθυπουργός της Νορβηγίας, Γενς Στόλτενμπεργκ, είχε επιβάλλει την άπλετη διαλεύκανση  των συμβάντων και αυστηρά μέτρα αντιμετώπισης παρόμοιων γεγονότων στο μέλλον.

Σε μια από τις τελευταίες σκηνές η ταινία δείχνει τον Μπρέιβικ και τον συνήγορό του να συνομιλούν. Αμετανόητος ο κατάδικος του λέει ότι θα έκανε το ίδιο αν του δινόταν ξανά η ευκαιρία και ο δικηγόρος του απαντά: «Έχασες το παιχνίδι, εγώ και τα παιδιά μου σε νικήσαμε». Και φεύγει χωρίς να του δώσει χέρι αποχαιρετισμού.

Στο Σταυρό ο Χριστός είδε κατάματα τον αρχηγό του κακού λέγοντάς του: «Έχασες το παιχνίδι». Ο πόλεμος έχει κερδηθεί, αλλά υπάρχουν ακόμη μάχες στις οποίες καλούμαστε κι εμείς καθημερινά να ανταποκριθούμε.

Τετάρτη, 4 Ιουλίου 2018

Η πίστη σε 15 χώρες της Δυτικής Ευρώπης

Οι περισσότεροι αυτοαποκαλούμενοι χριστιανοί στη Δυτική Ευρώπη δεν ασκούν την πίστη τους. Αυτό είναι ένα από τα κύρια συμπεράσματα μιας νέας έκθεσης της Pew Research για τη θρησκεία με τίτλο «Χριστιανός στην Δυτική Ευρώπη» η οποία διεξήχθη από τον Απρίλιο έως τον Αύγουστο του 2017, με πάνω από 24.000 τηλεφωνικές συνεντεύξεις, σε 15 ευρωπαϊκές χώρες. Σύμφωνα με την έρευνα, το 18% περίπου του πληθυσμού είναι χριστιανοί. 46% περιγράφουν τον εαυτό τους ως χριστιανοί αλλά δεν πιστεύουν στον Θεό της Βίβλου. Επιπλέον, το 24% του πληθυσμού είναι «θρησκευτικά μη συνδεδεμένοι».

Αυτό το τμήμα του πληθυσμού έχει καταντήσει πολύ ισχυρό σε χώρες όπως την Ολλανδία (48% του πληθυσμού), την Νορβηγία (43%) και την Σουηδία (42%). Σύμφωνα με την έκθεση αυτή, μόνο το 27% του πληθυσμού στη Δυτική Ευρώπη πιστεύει στο «Θεό όπως περιγράφεται στη Βίβλο», το 38% πιστεύει σε κάποια «ανώτερη δύναμη» και το 26% δεν πιστεύει σε ανώτερη δύναμη.

Η παρακμή του ονομαστικού χριστιανισμού είναι εμφανής σ’ αυτούς με «χριστιανική ανατροφή» οι οποίοι όμως δεν την αναγνωρίζουν πλέον. Στο Βέλγιο και τη Νορβηγία, η μείωση αυτή είναι της τάξης του -28% σε μία μόνο γενιά, ακολουθούμενοι από την Ολλανδία (-26%), την Ισπανία (-26%), τη Σουηδία (-22%), τη Δανία (-15%), τη Γαλλία (-11%) και την Πορτογαλία (11%).

Κυρίως στις σκανδιναβικές χώρες οι περισσότεροι άνθρωποι βλέπουν σύγκρουση μεταξύ θρησκείας και επιστήμης. Τέσσερις στους δέκα ανθρώπους σε χώρες όπως την Νορβηγία, την Σουηδία και την Δανία πιστεύουν ότι «η επιστήμη κάνει τη θρησκεία περιττή». Ενδιαφέρον είναι ότι στις χώρες αυτές οι εκκλησιαζόμενοι Χριστιανοί διαφωνούν έντονα με την ιδέα μιας τέτοιας σύγκρουσης.

Όσον αφορά το κοινωνικό έργο των εκκλησιών, περισσότερο από το ήμισυ του πληθυσμού σε όλες τις 15 χώρες συμφωνεί ότι «εκκλησίες και άλλες θρησκευτικές ομάδες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο βοηθώντας τους φτωχούς». Η καλή εικόνα της κοινωνικής φροντίδας των εκκλησιών κορυφώνεται στο 80% στη Φινλανδία και την Ισπανία.

Η νόμιμη έκτρωση ευνοείται από το 52% των εκκλησιαζόμενων χριστιανών, σε αντίθεση με το 85% των μη-ασκούμενων χριστιανών και το 87% των θρησκευτικά αδέσμευτων. Όταν ερωτήθηκαν για το γάμο του ίδιου φύλου, το 58% των εκκλησιαζόμενων Χριστιανών το εγκρίνει, σε αντίθεση με το 80% των μη-ασκούμενων χριστιανών και το 87% των θρησκευτικά αδέσμευτων.

Η έκθεση της Pew Research συνοψίζει τα δεδομένα που συγκεντρώθηκαν αλλά δημιουργεί και προφανή ερωτηματικά, όπως λ.χ. ποια είναι η σημασία της χριστιανικής ταυτότητας στη Δυτική Ευρώπη σήμερα; Και πόσο διαφορετικοί είναι οι μη-εξασκούντες την πίστη τους,  πολλοί των οποίων έχουν χριστιανικό υπόβαθρο.

Θα είχε ενδιαφέρον να μπορούσαμε να έχουμε σύντομα και μια αντίστοιχη έρευνα για τις υπόλοιπες 15 και πλέον χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, που έζησαν μια ολόκληρη γενιά υπό την επιρροή ενός αθεϊστικού μαρξιστικού υλισμού.

Η έρευνα διατίθεται στον εξής ιστότοπο: http://www.pewforum.org/2018/05/29/being-christian-in-western-europe/

Κυριακή, 27 Μαΐου 2018

Η Συγχώρηση


Στις 28 Αυγούστου του 1947 ο C. S. Lewis έστειλε το δοκίμιό του για τη συγχώρηση (On Forgiveness) στον ποιμένα της αγγλικανικής εκκλησίας Patrick Kevin Irwin, ο οποίος του το είχε ζητήσει για το περιοδικό της εκκλησίας St. Mary (Swaston, Cambridgeshire). Ωστόσο, δεν δημοσιεύτηκε τελικά γιατί έτυχε να πέσει στο μεσοδιάστημα της μετάθεσης του ποιμένα σε άλλη εκκλησία. Σχεδόν 30 χρόνια αργότερα, το 1975, τα μέλη της οικογένειας του ποιμένα βρήκαν το χειρόγραφο του C. S. Lewis και το παρέδωσαν στη δημοσιότητα, οπότε και δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά. Τις πληροφορίες αυτές μάς τις δίνει ο Walter Hooper στην εισαγωγή του στο βιβλίο του C. S. Lewis The Weight of Glory and Other Addresses (Το βάρος της Δόξας του Ουρανού και άλλα δοκίμια), Macmillan Publishing Company, έκδ. 1980 αναθεωρημένη και βελτιωμένη (Σ.τ.μ.). Η μετάφραση είναι της Γιούλικας K. Masry.

Στην εκκλησία – αλλά και εκτός εκκλησίας – λέμε πολλά πράγματα χωρίς να συνειδητοποιούμε τι λέμε. Για παράδειγμα, στο Σύμβολο της Πίστης λέμε ότι πιστεύουμε στην «άφεση των αμαρτιών». Το επανελάμβανα κι εγώ επί χρόνια πριν αναρωτηθώ γιατί άραγε αυτό είχε μπει στο Σύμβολο της Πίστης. Εκ πρώτης όψεως φαίνεται περιττό. «Αν κανείς είναι χριστιανός», σκέφτηκα, «και βέβαια πιστεύει στη συγχώρηση των αμαρτιών. Εννοείται!» Εκείνοι όμως που συνέταξαν το Σύμβολο της Πίστης προφανώς σκέφτηκαν ότι αυτό ήταν ένα κομμάτι της πίστης μας το οποίο θα πρέπει να μας το ξαναθυμίζουν κάθε φορά που πηγαίνουμε στην εκκλησία. Και έχω αρχίσει να συνειδητοποιώ ότι, κατά τη γνώμη μου, είχαν δίκιο. Το να πιστεύει κανείς στη συγχώρηση των αμαρτιών δεν είναι ακριβώς τόσο εύκολο όσο νόμιζα. Το να πιστεύεις πραγματικά σ’ αυτό είναι κάτι που, αν δεν είσαι διαρκώς σε επιφυλακή, μπορεί εύκολα να σου διαφύγει.
Πιστεύουμε ότι ο Θεός μας συγχωρεί για τις αμαρτίες μας. Πιστεύουμε επίσης ότι αυτό το κάνει εφόσον και εμείς συγχωρούμε τις αμαρτίες των άλλων απέναντί μας. Δεν υπάρχει αμφιβολία γιαυτό. Το λέει και το τονίζει ο Ιησούς Χριστός στην προσευχή Του στον Ουράνιο Πατέρα, το «Πάτερ ημών». Αν δεν συγχωρείτε, δεν θα συγχωρηθείτε. Κανένα άλλο κομμάτι της διδασκαλίας Του δεν είναι πιο ξεκάθαρο. Ούτε και υπάρχει καμία εξαίρεση σ’ αυτό. Δεν λέει να συγχωρούμε τις αμαρτίες των άλλων όταν δεν είναι πολύ αποκρουστικές ή όταν υπάρχουν σοβαρές δικαιολογίες γι' αυτές ή κάτι τέτοιο. Πρέπει να τις συγχωρούμε όλες, οσοδήποτε φρικτές και απαίσιες και να ’ναι, οσοδήποτε συχνά και να επαναλαμβάνονται. Αν δεν τις συγχωρούμε, δεν θα συγχωρηθεί καμιά από τις δικές μας.
Έχω την εντύπωση ότι κάνουμε κάποιο λάθος και αναφορικά με τη συγχώρηση των δικών μας αμαρτιών και αναφορικά με τη συγχώρηση που οφείλουμε να δίνουμε στους άλλους για τις αμαρτίες τους απέναντί μας. Ας πάρουμε πρώτα το θέμα της συγχωρητικότητας του Θεού απέναντί μας. Βρίσκω πως, όταν νομίζω ότι ζητώ από το Θεό να με συγχωρήσει, στην πραγματικότητα – και αυτό  γίνεται αρκετά συχνά, αν δεν είμαι προσεκτικός – αυτό που ζητώ από το Θεό είναι κάτι το τελείως διαφορετικό. Δεν Του ζητώ να με συγχωρήσει, αλλά να δικαιολογήσει την αμαρτία μου. Υπάρχει όμως τεράστια διαφορά μεταξύ του συγχωρώ και του δικαιολογώ. ‘Συγχωρώ’ σημαίνει το εξής: «Ναι, το έχεις κάνει αυτό, αλλά δέχομαι τη μετάνοιά σου. Ποτέ δεν θα σου το φυλάξω στο μέλλον και θα είναι όλα μεταξύ μας το ίδιο ακριβώς όπως ήταν και πριν». ‘Δικαιολογώ’ όμως σημαίνει κάτι το τελείως διαφορετικό. Σημαίνει: «Βλέπω ότι δεν μπορούσες να κάνεις αλλιώς ή βλέπω ότι δεν το ήθελες. Στην πραγματικότητα δεν φταις». Αν όμως πραγματικά δεν φταις, τότε δεν υπάρχει και λόγος να υπάρξει συγχώρηση. Υπ’ αυτή την έννοια η «συγχώρηση» και η «δικαιολόγηση» είναι σχεδόν αντιφατικές έννοιες. Φυσικά, σε πολλές περιπτώσεις – είτε μεταξύ Θεού και ανθρώπων είτε των ανθρώπων μεταξύ τους – ενδέχεται να υπάρχει και το ένα και το άλλο. Ένα τμήμα από κείνο που αρχικά φαινόταν να είναι αμαρτία καταλήγει να είναι κάτι για το οποίο δεν ευθύνεται κανείς, οπότε δικαιολογείται. Και συγχωρείται μόνο το τμήμα που παραμένει αμαρτία. Αν κανείς είχε μια τέλεια δικαιολογία, τότε δεν θα υπήρχε λόγος να υπάρξει συγχώρηση. Αν χρειάζεται να συγχωρεθεί η όλη πράξη, τότε δεν υπήρχε δικαιολογία γι’ αυτήν. Το πρόβλημα είναι ότι εκείνο που λέμε «ζητώ τη συγχώρηση του Θεού», πολύ συχνά συμβαίνει να είναι «ζητώ από το Θεό να δεχτεί τις δικαιολογίες μου». Εκείνο που μας οδηγεί σ’ αυτό το σφάλμα είναι ότι, μαζί με την αμαρτία, συνήθως υπάρχει και κάποια δικαιολογία, κάποια ελαφρυντικά. Είμαστε τόσο ανυπόμονοι να τα επισημάνουμε αυτά στο Θεό – αλλά και στον εαυτό μας – που τείνουμε να ξεχάσουμε ποιο είναι το πραγματικά σπουδαίο ζήτημα, δηλαδή εκείνο το κομμάτι που δεν καλύπτεται από δικαιολογίες, το κομμάτι που είναι αδικαιολόγητο, καίτοι, ευτυχώς, όχι και αδύνατον να συγχωρεθεί. Αν το ξεχάσουμε αυτό, θα μείνουμε με την εντύπωση ότι έχουμε μετανοήσει και συγχωρεθεί, ενώ αυτό που έχει γίνει στην ουσία είναι ότι απλά έχουμε μείνει οι ίδιοι ικανοποιημένοι από τις δικαιολογίες μας. Μπορεί μάλιστα οι δικαιολογίες μας να μην είναι και πολύ καλές, γιατί έχουμε την τάση να ικανοποιούμαστε εύκολα απ’ τον εαυτό μας.
Υπάρχουν δύο ειδών φάρμακα γι’ αυτό τον κίνδυνο. Το ένα είναι να θυμόμαστε ότι ο Θεός γνωρίζει όλες τις πραγματικές δικαιολογίες πολύ καλύτερα από μας. Αν πραγματικά υπάρχουν ελαφρυντικά, δεν υπάρχει περίπτωση να μην το λάβει αυτό υπόψη Του ο Θεός. Εκείνος μάλιστα θα ξέρει και πολλές δικαιολογίες που εμείς δεν τις είχαμε καν σκεφτεί και, κατά συνέπεια, μερικές ψυχές, μετά το θάνατό τους, θα βρεθούν μπροστά στην ευχάριστη έκπληξη ότι σε ορισμένες περιπτώσεις είχαν αμαρτήσει πολύ λιγότερο απ’ ό,τι οι ίδιες νόμιζαν. Ό,τι πραγματικές δικαιολογίες υπάρχουν, ο Θεός θα τις βρει. Εκείνο όμως που εμείς πρέπει να φέρουμε ενώπιον Του είναι το κομμάτι της πράξης που δεν είναι επιδεκτικό δικαιολόγησης: την αμαρτία. Απλά χάνουμε τον καιρό μας μιλώντας για όλα όσα, κατά τη γνώμη μας, μπορούν να δικαιολογηθούν. Όταν πας σ’ ένα γιατρό, του δείχνεις το μέρος του σώματός σου που πάσχει, για παράδειγμα ένα σπασμένο χέρι. Θα ήταν χαμένος χρόνος να κάτσεις να του εξηγείς ότι τα πόδια και τα μάτια κι ο λαιμός σου δεν έχουν κανένα πρόβλημα. Μπορεί μάλιστα να κάνεις λάθος ως προς αυτό και, εν πάση περιπτώσει, αν πραγματικά δεν έχουν πρόβλημα, αυτό θα το δει ο γιατρός.
Το δεύτερο φάρμακο είναι το να πιστεύουμε πραγματικά και αληθινά στη συγχώρηση των αμαρτιών. Ένα μεγάλο ποσοστό του άγχους μας να βρούμε δικαιολογίες είναι επειδή δεν πιστεύουμε στ’ αλήθεια στη συγχώρηση, ότι δηλαδή ο Θεός θα μας ξαναδεχτεί και μάλιστα όχι μόνο στην περίπτωση που βρεθεί κάποιου είδους δικαιολογία για μας, γιατί κάτι τέτοιο επ’ ουδενί λόγω θα ήταν συγχώρηση! Πραγματική συγχώρηση σημαίνει να κοιτάς την αμαρτία στα μάτια, εκείνο δηλαδή το κομμάτι της αμαρτίας που έχει μείνει ακάλυπτο από δικαιολογίες – αφού όλες οι δικαιολογίες έχουν πια εξαντληθεί – και να τη δεις σε όλη της τη φρικαλεότητα, βρομιά, τρομακτικότητα και κακία, βλέποντας όμως επίσης και ότι ο Θεός έχει πλήρως συμφιλιωθεί με τον άνθρωπο που τη διέπραξε[1]. Αυτό και μόνο αυτό είναι συγχώρηση και μπορούμε πάντα να το έχουμε από το Θεό εάν το ζητήσουμε.
Όταν τώρα περνάμε στο θέμα του να συγχωρούμε εμείς τους άλλους αυτό είναι κάτι που εν μέρει είναι το ίδιο και εν μέρει διαφορετικό απ’ το προηγούμενο. Είναι το ίδιο γιατί και σ’ αυτή την περίπτωση η συγχώρηση δεν είναι ταυτόσημη με τη δικαιολόγηση. Πολλοί άνθρωποι δεν το γνωρίζουν αυτό. Νομίζουν ότι αν τους ζητήσεις να συγχωρήσουν κάποιον που τους απάτησε ή τους φέρθηκε κατεξουσιαστικά, είναι σαν να τους ζητάς να δεχτούν ότι στην πραγματικότητα δεν έγινε αυτή η απάτη ή η κατεξουσίαση εις βάρος τους. Αν όμως έτσι είχαν τα πράγματα, τότε δεν θα υπήρχε τίποτε που να χρειάζεται να συγχωρεθεί. Εξακολουθούν να επαναλαμβάνουν: «Αλλά σου εξηγώ ότι ο άνθρωπος αυτός παρέβη μια πολύ σοβαρή υπόσχεση». Ακριβώς έτσι είναι! Και αυτό είναι εκείνο που πρέπει να συγχωρήσεις. (Σημειωτέων ότι αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει οπωσδήποτε να πιστέψεις την επόμενη υπόσχεση αυτού του ανθρώπου. Σημαίνει όμως ότι πρέπει πάση θυσία να εξαλείψεις από την καρδιά σου κάθε γεύση αγανάκτησης, κάθε επιθυμία να τον υποβιβάσεις ή να τον πληγώσεις ή να του ανταποδώσεις το κακό). Η διαφορά ανάμεσα σ’ αυτή την περίπτωση και στην περίπτωση που ζητάς από τον Θεό να σε συγχωρήσει εσένα είναι η εξής: όταν πρόκειται για μας τους ίδιους, πολύ εύκολα βρίσκουμε δικαιολογίες. Όταν πρόκειται για άλλους, δεν δεχόμαστε εύκολα τις δικαιολογίες. Όσον αφορά τη δική μου αμαρτία απέναντι σε άλλους, κατά πάσα πιθανότητα (καίτοι όχι βεβαιότητα) οι δικαιολογίες που προβάλλω είναι και αντικειμενικά τόσο καλές όσο εγώ νομίζω ότι είναι. Όσον αφορά όμως τις αμαρτίες των άλλων απέναντί μου, κατά πάσα πιθανότητα (καίτοι όχι βεβαιότητα) οι δικαιολογίες που προβάλλουν είναι καλύτερες απ’ ό,τι νομίζω. Πρέπει λοιπόν να ξεκινήσει κανείς εστιάζοντας την προσοχή του στο καθετί που μπορεί να δείχνει ότι ο άλλος δεν είναι και τόσο ένοχος όσο εμείς νομίζαμε ότι είναι. Όμως, κι αν ακόμη έχει όλο το άδικο με το μέρος του, και πάλι πρέπει να τον συγχωρήσουμε. Ακόμα κι αν το 99% της ενοχής του καλύπτεται από πραγματικά καλές δικαιολογίες, εμείς έχουμε να κάνουμε με το υπόλοιπο 1% το οποίο πρέπει να συγχωρήσουμε. Το να παραβλέπει κανείς εκείνο που οφείλεται σε πολύ καλές δικαιολογίες δεν είναι χριστιανική αγάπη. Είναι απλά δικαιοσύνη. Το να είσαι όμως χριστιανός σημαίνει ότι συγχωρείς εκείνο που δεν μπορεί να καλυφθεί από δικαιολογίες, διότι ο Θεός έχει συγχωρήσει κι εσένα για κείνο που δεν καλύπτεται από δικαιολογίες.
Αυτό είναι κάτι που είναι δύσκολο. Ίσως δεν είναι τόσο δύσκολο να συγχωρήσει κανείς μια μοναδική κακή πράξη, αλλά το να συγχωρείς τις αδιάκοπες προκλήσεις της καθημερινής ζωής – το να εξακολουθείς να συγχωρείς την αυταρχική πεθερά, τον κατεξουσιαστικό σύζυγο, τη γκρινιάρα γυναίκα, την εγωιστική κόρη, τον πονηρό γιο – ποιος μπορεί να το κάνει αυτό; Νομίζω πως αυτό είναι δυνατό μόνο όταν θυμόμαστε ποιοι είμαστε στ’ αλήθεια εμείς και τι εννοούμε μ’ αυτό που λέμε στις προσευχές μας κάθε νύχτα, «συγχώρησέ μας τις αμαρτίες μας όπως κι εμείς συγχωρούμε όσους έχουν αμαρτήσει απέναντί μας». Η συγχώρηση του Θεού προσφέρεται υπ’ αυτούς και μόνο τους όρους. Το να αρνούμαστε να το κάνουμε είναι σαν να αρνούμαστε το έλεος του Θεού επάνω μας. Στον κανόνα αυτό δεν υπάρχει ούτε ίχνος εξαίρεσης. Και ο Θεός πάντα εννοεί αυτό που λέει.
[1]     Το πώς, σύμφωνα με το λόγο του Θεού, γίνεται αυτή η συμφιλίωση διά του Ιησού Χριστού ο οποίος πήρε τη δική μας θέση επάνω στο Σταυρό, πλήρωσε με το θάνατό Του για τη δική μας αμαρτία και δια των πληγών Του ήρθε η δική μας γιατρειά και αποκατάσταση δια μέσου της πίστης, είναι κάτι για το οποίο ο C. S. Lewis έχει γράψει αλλού και ιδίως στο Mere Christianity (Χριστιανισμός Απλώς) που πρωτοεκδόθηκε το 1947. Όπως είναι γνωστό, ο διάσημος C. S. Lewis των Πανεπιστημίων της Οξφόρδης και του Καίμπριτζ αναγεννήθηκε πνευματικά το 1931 και από τότε μέχρι το θάνατό του (το 1963) έγραψε πολλά βιβλία για τη ζωντανή πίστη και την προσωπική σχέση του ανθρώπου με το Θεό μέσω του Ιησού Χριστού, κάτι που τον έχει κάνει το δημοφιλέστερο χριστιανό συγγραφέα στον κόσμο (Σ.τ.μ.).

Σάββατο, 5 Μαΐου 2018

«Άνθρωπον ουκ έχω…»


Ανακάλυψα το άκρως επίκαιρο και ενδιαφέρον άρθρο του Δημητρίου Δημηνά, δικηγόρου από την Κατερίνη, και το μεταφέρω:

Η τρίτη Κυριακή μετά το Πάσχα είναι γνωστή ως «Κυριακή του Παραλύτου». Την μέρα αυτή διαβάζεται η περικοπή του κατά Ιωάννη Ευαγγελίου, που αναφέρεται στο γνωστό περιστατικό του επί 38 χρόνια καθηλωμένου στο κρεβάτι του παράλυτου, που περίμενε υπομονετικά να έρθει η στιγμή που κάποιος θα τον έριχνε στην κολυμβήθρα της Βηθεσδά την ώρα που άγγελος τάρασσε τα νερά, ώστε να θεραπευθεί.

Υπήρχε πλήθος πολύ των ασθενούντων και των συνοδών των, ασφαλώς και πολλών περαστικών, όμως δεν βρέθηκε επί τόσα χρόνια ένας άνθρωπος να δώσει χέρι βοήθειας στον κατάκοιτο παράλυτο. Όταν ο Χριστός τον αντίκρισε και τον ρώτησε αν θέλει να γιατρευτεί. Ο παράλυτος αντί άλλης αναμενομένης θετικής απάντησης, εξέφρασε μόνο το παράπονο του. «Κύριε, άνθρωπον ουκ έχω..» Είμαι μόνος και έρημος μέσα στο πλήθος αυτών των ανθρώπων. Δεν υπάρχει κάποιος να αισθανθεί τον πόνο μου, να με ακούσει και να με συμπαρασταθεί.

Η κραυγή πόνου και αγωνίας για την μοναξιά και την απανθρωπιά, που ένοιωσε ο παράλυτος είναι διαχρονική και ιδιαίτερα επίκαιρη στην εποχή μας. Εποχή της φαινομενικά απίστευτης επικοινωνίας των ανθρώπων μέσω της τεχνολογίας των κινητών τηλεφώνων και του διαδικτύου, ουσιαστικά όμως εποχή της θλιβερής μοναχικότητας, απομόνωσης και εγκατάλειψης που νοιώθει ο σημερινός άνθρωπος. Ο γνωστός συγγραφέας Αντώνης Σαμαράκης είχε γράψει χαρακτηριστικά, «ποτέ άλλοτε οι στέγες των ανθρώπων δεν ήταν τόσο κοντά η μία στην άλλη και ποτέ άλλοτε οι καρδιές των ανθρώπων δεν ήταν τόσο μακριά η μία από την άλλη». Το νοιώθουμε στις πολυκατοικίες που διπλοκλειδωνόμαστε ερμητικά στο διαμέρισμα μας, την ώρα που στο διπλανό ο γείτονας μπορεί να πεθαίνει ή να έχει ανάγκη από ένα πιάτο φαγητό και εμείς τον αγνοούμε και αδιαφορούμε.

«Άνθρωπον ουκ έχω» κραυγάζουν καθημερινά, χωρίς να τους ακούει κανείς, άρρωστοι μόνοι στα νοσοκομεία, τα γηροκομία, στους δρόμους, άστεγοι, νηστικοί, εγκαταλελειμμένοι, ντόπιοι και πρόσφυγες, γέροι και μικρά παιδιά. Την ίδια κραυγή και παράπονο αφήνουν συνάνθρωποι μας στις λίστες αναμονής, σαν τον παράλυτο, για δωρεά νεφρού, καρδιάς, αίματος για να επιζήσουν από τους σπανίζοντες δωρητές οργάνων. Οι ατομιστές, εγωκεντρικοί και απνευμάτιστοι σημερινοί άνθρωποι μένουν ασυγκίνητοι για τον πάσχοντα διπλανό τους, ακόμη και αν πρόκειται για στενό συγγενή τους.

Υπάρχουν ευτυχώς οι εξαιρέσεις των ολίγων ανιδιοτελών, ευαίσθητων και θυσιαστικών ανθρώπων, που αποτελούν το «άλας» που συντηρεί και νοηματοδοτεί ως ένα σημείο την φθίνουσα κοινωνία μας. Και η ελπίδα για μια ανθρωπινότερη κοινωνία έρχεται απρόσμενα από νέους ανθρώπους. Με έκπληξη και χαρά ακούσαμε την είδηση ότι μαθητές λυκείου της Θεσσαλονίκης συγκρότησαν φιλανθρωπική ομάδα αλληλεγγύης με την ονομασία «Ραντεβού ζωής», που αποτελείται από νεαρούς δωρητές μυελού οστών για την θεραπεία παιδιών πασχόντων από λευχαιμία. Είναι συγκινητική και άξια πολλών επαίνων η πρωτοβουλία τους και ελπίζομε να βρει μιμητές. Τότε ίσως μπορέσουμε να πούμε με ανακούφιση ότι υπάρχουν ακόμη άνθρωποι.

Σάββατο, 13 Ιανουαρίου 2018

Ένας ύμνος που γεννήθηκε … στη φυλακή

Ο Ντίτριχ Μπόνχεφερ (Dietrich Bonhoeffer) ήταν γερμανός Λουθηρανός ποιμένας και θεολόγος. Συμμετείχε στο γερμανικό κίνημα αντίστασης κατά του ναζισμού, και ήταν ιδρυτικό μέλος της Ομολογητικής Εκκλησίας (Bekennende Kirche), η οποία εκδήλωνε αντίθεση στο ναζισμό. Οι απόψεις του για το ρόλο του χριστιανισμού στον κόσμο έχουν ασκήσει σημαντική επιρροή στην θεολογική σκέψη.


Γεννήθηκε στο Βρότσλαβ της Σιλεσίας σε μια μεσαίας τάξης οικογένεια. Ήταν, με τη δίδυμη αδερφή του, το έκτο και έβδομο από τα οκτώ παιδιά. Απέκτησε διδακτορικό στη Θεολογία από το Πανεπιστήμιο του Βερολίνου και στη συνέχεια πέρασε ένα μεταπτυχιακό έτος στο εξωτερικό με σπουδές στο Union Theological Seminary στη Νέα Υόρκη.

Επέστρεψε στη Γερμανία το 1931. όταν ο Χίτλερ ανέβαινε στην εξουσία. Σαν φανατικός αντίπαλος του ναζισμού που ήταν, συνετέλεσε, μαζί με τον Martin Niemöller, τον Karl Barth και άλλους, στην ίδρυση της Ομολογητικής Εκκλησίας. Μετά από υπηρεσία ως πάστορας στο Λονδίνο, επέστρεψε στη Γερμανία για να διευθύνει το «παράνομο» από κρατικής πλευράς, σεμινάριο ποιμένων της Ομολογητικής Εκκλησίας, το οποίο έκλεισε οριστικά με το ξέσπασμα του πολέμου. Η Γκεστάπο του απαγόρευσε αρχικά να κηρύττει, έπειτα να διδάσκει και τελικά του επέβαλε να απέχει από κάθε είδους δημόσια ομιλία. Στη διάρκεια αυτής της περιόδου, ο Μπόνχεφερ συνεργάστηκε στενά με πολλούς αντιπάλους του Χίτλερ. Είχε ηγετικό ρόλο  στην Ομολογητική Εκκλησία, η οποία αποτελούσε σημαντική πηγή χριστιανικής αντιπολίτευσης στη ναζιστική ηγεσία της Γερμανίας.

Συνελήφθη τον Απρίλιο του 1943. Κατηγορήθηκε για συνωμοσία και εμπλοκή με χρήματα που βοήθησαν Εβραίους να διαφύγουν στην Ελβετία. Φυλακίστηκε στο Βερολίνο για ενάμιση χρόνο. Μετά την αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας του Χίτλερ στις 20 Ιουλίου 1944 αποκαλύφθηκαν οι συνδέσεις του με  μέλη, που συμμετείχαν σ΄αυτή την απόπειρα. Ακολούθησε σειρά σκληρών μετακινήσεων σε διάφορες φυλακές και εγκλεισμός σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Το τέλος επήλθε στο Flossenburg, όπου απαγχονίστηκε στις 9 Απριλίου 1945, μόλις τρεις εβδομάδες πριν την απελευθέρωση της πόλης από τους συμμάχους.

Στη φυλακή έγραψε το ποίημα που αποτελεί μέρος του υμνολογίου κάποιων ευαγγελικών εκκλησιών στη Γερμανία σήμερα …

ΑΠΟ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΘΑΥΜΑΣΤΕΣ

Από Δυνάμεις Θαυμαστές τέλεια προστατευμένοι
Μ’ εμπιστοσύνη μένουμε σε ό,τι κι αν συμβεί
Γνωρίζοντας πως ο Θεός βράδυ πρωί είναι πλάι μας
Και πάντοτε μας χαιρετά κάθε καινούργια αυγή.

Μα τυραννιέται η καρδιά απ’ τον παλιό εχθρό της
Και μας φορτώνουν βάρη ασήκωτα οι μέρες οι κακές
Δώσε, ω Κύριε, στις καρδιές μας που λιποψυχούν
Την προσδοκία της βέβαιης σωτηρίας που μας έμαθες.

Και όταν το ποτήρι που μας δίνεις ξεχειλίζει
Από πικρία και βάσανα που ο νους δεν τα νογά,
Μ’ ευχαριστία το παίρνουμε και με άτρεμο χέρι
Γιατί ένα Χέρι Αγαθό κι Αγαπημένο τα’φερε κοντά.

Ωστόσο, όταν ξανά στον κόσμο ετούτο μας χαρίσεις
Την πρωτινή χαρά μας, τη λαμπράδα του ήλιου Σου,
Δεν θα ξεχάσουμε ποτέ όλες τις εμπειρίες της ζήσης μας
Κι ολάκερη η ζωή μας έτσι θαν’ δική Σου.

Και τώρα που η σιωπή Σου μας τυλίγει ολόγυρα,
Κάνε ν’ ακούσουμε η Δημιουργία Σου τι θέλει να μας πει,
Το πλήθος απ’ τ’ ακούσματά Σου που μας κυριεύει άηχα
Και τη θεσπέσια δοξολογία των παιδιών Σου που αντηχεί.

Dietrich Bonhoeffer, 1945 –

VON GUTEN MÄCHTEN

Von guten Mächten treu und still umgeben,
behütet und getröstet wunderbar,
so will ich diese Tage mit euch leben
und mit euch gehen in ein neues Jahr;

noch will das alte unsre Herzen quälen,
noch drückt uns böser Tage schwere Last.
Ach Herr, gib unsern aufgeschreckten Seelen
das Heil, für das Du uns geschaffen hast.

Und reichst Du uns den schweren Kelch, den bittern,
des Leids, gefüllt bis an den höchsten Rand,
so nehmen wir ihn dankbar ohne Zittern
aus Deiner guten und geliebten Hand.

Doch willst Du uns noch einmal Freude schenken
an dieser Welt und ihrer Sonne Glanz,
dann woll’n wir des Vergangenen gedenken,
und dann gehört Dir unser Leben ganz.

Laß warm und hell die Kerzen heute flammen
die Du in unsre Dunkelheit gebracht,
führ, wenn es sein kann, wieder uns zusammen!
Wir wissen es, Dein Licht scheint in der Nacht.

Wenn sich die Stille nun tief um uns breitet,
so laß uns hören jenen vollen Klang
der Welt, die unsichtbar sich um uns weitet,
all Deiner Kinder hohen Lobgesang.

Von guten Mächten wunderbar geborgen
erwarten wir getrost, was kommen mag.
Gott ist bei uns am Abend und am Morgen
und ganz gewiß an jedem neuen Tag.

Παρασκευή, 12 Ιανουαρίου 2018

Η ασυγκράτητη επανάσταση

Στην ιστοσελίδα Ζωή Αγάπης βρίσκει κανείς ένα ενδιαφέρον βιβλίο, μεταφρασμένο στα ελληνικά, του αμερικανού θεολόγου-ακτιβιστή Shane Claiborne με τίτλο «Η ασυγκράτητη επανάσταση». Το βιβλίο διατίθεται δωρεάν και μπορείτε να το κατεβάσετε από την ιστοσελίδα.

Το οπισθόφυλλο του βιβλίου γράφει:

Ζώντας ως Συνηθισμένοι Ριζοσπάστες, αρκετοί από εμάς βρίσκουμε τους εαυτούς μας ανάμεσα σε άπιστους ακτιβιστές και ανενεργούς πιστούς. Προσφέρουμε επιταγές, ώστε να θρέψουμε τα παιδιά που πεινάνε ή κρατάμε πανό σε πορείες και αισθανόμαστε λες και αλλάξαμε κάτι, χωρίς να έχουμε ποτέ αντικρίσει τα πρόσωπα των μαζών που υποφέρουν. Σε αυτό το βιβλίο, ο Shane Claiborne περιγράφει μία γνήσια πίστη, ριζωμένη στην εμπιστοσύνη, τη δράση και την αγάπη, προσκαλώντας μας σ’ ένα πνευματικό κίνημα, που ξεκινά μέσα στον καθένα μας και επεκτείνεται μέσα στον κομματιασμένο κόσμο. Η πίστη του Shane τον οδήγησε να δένει τις πληγές των λεπρών μαζί με τη Μητέρα Τερέζα, να επισκεφτεί οικογένειες στο Ιράκ εν μέσω των βομβαρδισμών, και να πετάξει $10.000 σε κέρματα και χαρτονομίσματα στη Wall Street ώστε να ανακατανέμει τον πλούτο. Ο Shane ζει αυτήν την επανάσταση κάθε μέρα στη γειτονιά του, μία υποβαθμισμένη κοινότητα στη Βόρεια Φιλαδέλφεια, ζώντας ανάμεσα στους άστεγους, βοηθώντας τα παιδιά της γειτονιάς με τις σχολικές εργασίες τους, και «κάνοντας πράξη την επανάσταση» στα ξεχασμένα μέρη του κόσμου μας. Το μήνυμα του Shane θα παρηγορήσει τους ενοχλημένους και θα ενοχλήσει τους βολεμένους … αλλά και θα μας προσκαλέσει σε μία ασυγκράτητη επανάσταση. Είναι ένα όραμα για τους συνηθισμένους ριζοσπάστες, έτοιμους να αλλάξουν τον κόσμο με μικρές πράξεις αγάπης.